ἐφέτης

ἐφέτ-ης, ου, ,
A commander, in pl., A.Pers.79 (lyr.).
II [full] ἐφέται, οἱ, at Athens, the Ephetae, a court which tried cases of homicide under the ἄρχων βασιλεύς, IG12.115, Decr. ap. And.1.78, prob. in Arist.Ath.57.4, Lexap.D.23.37, Harp.
III judge of appeals, Just.Nou.49 Pr. 2.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἐφέτης — commander masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εφέτης — ο (ΑΜ ἐφέτης) ανώτερος δικαστής που δικάζει τις εφέσεις νεοελλ. δικαστικός λειτουργός που αποτελεί μέλος τού εφετείου μσν. αρχ. 1. ηγεμόνας, άρχοντας (α. «στυμφελοῑς ἐφέταις», Αισχύλ. β. μτφ. «ἐκκλησίας δομῆτορ... τῶν ἐφετών ἡ ἀκρότης, τῶν πιστῶν …   Dictionary of Greek

  • εφέτης — [ефетис] ουσ. а. член апеляционого суда …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • εφέτης — ο δικαστής του εφετείου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐφετῆς — ἐφετός desirable fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφέτην — ἐφέτης commander masc acc sg (attic epic ionic) ἐφίημι send to aor ind act 3rd dual (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφέτου — ἐφέτης commander masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφέτῃ — ἐφέτης commander masc dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφέται — commander masc nom/voc pl ἐφέτης commander masc nom/voc pl ἐφέτᾱͅ , ἐφέτης commander masc dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφέτας — ἐφέτᾱς , ἐφέται commander masc acc pl ἐφέτᾱς , ἐφέτης commander masc acc pl ἐφέτᾱς , ἐφέτης commander masc nom sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • éfeta — (Del hebreo hephethaj, ábrete.) ► adverbio Con obstinación y terquedad. * * * éfeta (del gr. «ephétēs») m. Nombre dado a ciertos *jueces de la antigua Atenas. * * * éfeta. (Del gr. ἐφέτης). m. Cada uno de los varios jueces que hubo antiguamente… …   Enciclopedia Universal

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.